ἥλιος κυκλοδίωκτος, ὡς ἀράχνη, μ᾿ ἐδίπλωνε καὶ μὲ φῶς καὶ μὲ θάνατον ἀκαταπαύστως.
(Ωδή τρίτη, Εις Θάνατον, ...Ανδρέας Κάλβος)

Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

_Mighty Sam MacKlain: i'm tired these blues










I....
I'm real tired of these blues.

Oh my lord i know, I'm tired of these blues...
Oh my lord i know, i know,
Said I'm really tired, of these low down blues.
And if i don't find my way real soon,
i dont know, just what i might do.

Oh lord i'm tired....

I.. I'm really tired of these low down dirty blues.

I've been out here so dog gone long.. lord.
and ive been hurt, too many times to count.
Surrounded by people who say they love me,
but in my heart, i know i'm all alone..
Oh lord i'm tired....
Lord, i'm real tired of these low down dirty blues.
They say winners never quit,
and quitters never win.
i keep picking myself up,
and starting all over again...

(Guitar solo)

They say winners never quit,
Oh lord quitters never win.
i keep picking myself up,
and starting all over again...
Oh my lord i know...
Said I'm real tired of these blues.
Oh my lord i know... i know,
I'm real tired of these blues.

And if i don't find my way real soon,
i dont know, just what i might do.
Oh lord,
Oh lord i'm tired....
Lord, said i'm real tired of these low down dirty blues.

Blues...


_Ο ρόλος των Ιδεών στους πλατωνικούς διαλόγους Ευθύφρων και Ιππίας Μείζων





Η αρχαία ελληνική σκέψη είναι στραμμένη σταθερά σε όλη την διάρκεια της αρχαιότητας (πρώιμη-κλασική-ύστερη) στο δίπολο «κόσμος – άνθρωπος»,  την δυναμική και τις σχέσεις του οποίου προσπαθεί να αποτυπώσει, μέσω του μυθολογικού ή και του φιλοσοφικού λόγου.  Σε κάθε περίπτωση,  ο αρχαίος άνθρωπος βρισκόταν απέναντι σε μια αντικειμενική πραγματικότητα την οποία προσπαθούσε να ξεδιαλύνει και για μεν τους Έλληνες αυτή η αντικειμενική πραγματικότητα εκφράζονταν ως η τάξη του Σύμπαντος και εν τέλει Κόσμος, ο οποίος υπήρχε, είχε μέτρο και όρια, αξία αφ’ εαυτού και νόημα να υπάρχει,  ενώ σε άλλες παραδόσεις, όπως π.χ. στην εβραϊκή  ως η θεϊκή αποκάλυψη και θεϊκό σχέδιο για την πορεία της Ιστορίας και την τάξη του κόσμου[1]
Στην κατεύθυνση  της υπεράσπισης της αντικειμενικότητας του κόσμου, όπως την έβλεπε η αρχαία ελληνική παράδοση, ως Κόσμου, και της απορρέουσας απ’ αυτήν αξιολογικής και ηθικής τάξης η οποία πρέπει να αποτυπώνεται στην ιδιωτική ζωή των ανθρώπων και την πολιτική συγκρότηση των κοινωνιών, η «θεωρία» των Ιδεών του Πλάτωνα αποτελεί την κορυφαία –και ίσως την ύστατη- στιγμή.

Ο λόγος για τις Ιδέες ή Είδη,  όπως εκφράζεται στο έργο του Πλάτωνα, μπορεί να εκληφθεί ως Θεωρία, όπως μεταγενέστερα έγινε, μόνο υπό την προϋπόθεση ότι με την ονομασία αυτή (θεωρία), δεν εννοούμε μια δογματική συστηματική παρακαταθήκη που κατέχοντάς την θα είχαμε μια πλήρη και ασφαλή εικόνα για τον πλατωνικό στοχασμό, αλλά ως μια μεγάλης διάρκειας έρευνα του φιλοσόφου για την εύρεση του αληθούς, του ουσιώδους, στην οποία υπάρχουν ενδιάμεσα στάδια και σταθμοί, απόπειρες και συμπληρώσεις, αδιέξοδα και αλλαγές που δεν εγκατέλειψαν ποτέ έως το τέλος της ζωής του τον Πλάτωνα[2]. Η συζήτηση για την χρονολογική κατάταξη των έργων του, υποδηλώνει την ανάγκη μας για συστηματική ανάγνωση και κατανόηση του έργου (από τις πιο ατελείς και ακατέργαστες σκέψεις προς τις πλέον φιλοσοφικά πλήρεις και αυστηρές) είναι ασφαλώς χρήσιμη και νόμιμη, πλην όμως θα μπορούσε και να είναι μια δευτερεύουσα συζήτηση, στον βαθμό που διατρέχοντας τους πλατωνικούς διαλόγους τους κρίνουμε και τους αναλύουμε έχοντας κατά νου την μεγάλη εικόνα : Ο Πλάτωνας δεν αμφιβάλει στιγμή  εάν υπάρχει κάτι, κι αυτό που υπάρχει   είναι  το αντικειμενικά υπαρκτό[3]. Την θέση αυτή υποστήριξε ασυμβίβαστα εναντίον του σχετικισμού, του υποκειμενισμού και της συμβασιοκρατίας της εποχής του και αυτή η θέση του  δεν άλλαξε ποτέ[4].
Ως προς αυτό το «αντικειμενικά υπαρκτό» ο κάθε διάλογος συντείνει είτε απορητικά είτε κανονιστικά και φέρει σπέρματα του μεγάλου πλατωνικού προγράμματος.

Σύντομη αναφορά σε επιλεγμένα σημεία των διαλόγων Ευθύφρων και Ιππίας Μείζων.
Κοινός τόπος των δύο διαλόγων που εξετάζουμε είναι η αφετηριακή ερώτηση που απευθύνει ο Σωκράτης στους συνομιλητές του «τι εστί… ;» . Η ερώτηση για το καθ’ αυτό[5], για αυτό που είναι ο εαυτός του, μαζί με την προσπάθεια να δοθούν ορισμοί λεκτικά εκφρασμένοι, είναι όχι μόνο μεθοδολογικά εργαλεία, αλλά μέρος του ίδιου του προβλήματος : να συλληφθεί και να εκφραστεί η πραγματικότητα στην απόλυτη και έξω από κάθε περιορισμό διάστασή της.
Η  ερώτηση «τι εστί;» επαναλαμβάνεται και όσο επαναλαμβάνεται τόσο φαίνεται καταδικασμένη να πέφτει στο κενό, καθώς οι απαντήσεις που έρχονται   αρχικά αυθόρμητα από τους συνομιλητές του Σωκράτη και στη συνέχεια καθώς προσπαθούν  να διατυπώσουν ορισμούς, δεν είναι ικανοποιητικές. Η απόρριψη των απαντήσεων – ορισμών επιτυγχάνεται μέσω του σωκρατικού ελέγχου. Γιατί όμως οι απαντήσεις στην «πονηρή» ερώτηση, απορρίπτονται και πώς η ερώτηση αυτή συνδέεται με τις Ιδέες;
Στην πρώτη  διατύπωση  της ερώτησης  οι συνομιλητές σπεύδουν να απαντήσουν αντλώντας από την προσωπική εμπειρία τους.   Έτσι, ο μεν Ευθύφρων, στην ερώτηση «τι είναι η οσιότητα;» απαντά έχοντας κατά νου αυτό που αυτός κάνει τώρα, δηλ. να καταγγείλει τον πατέρα του για  τον φόνου του δούλου του[6], ο δε Ιππίας θεωρεί ότι το έχει ήδη απαντήσει με το να κατεργάζεται ωραίες απασχολήσεις για τους νέους και ωραίους λόγους και μάλιστα όπως τώρα δα έκανε στην Λακεδαίμονα[7].
Η αμεσότητα της απάντησης δηλώνει την αμεσότητα της ερώτησης. Ο Σωκράτης ρωτάει για πράγματα της εμπειρίας του μέσου ανθρώπου, για τα αισθητά εκείνα με τα οποία καταγίνονται όλοι στην καθημερινότητά τους[8].  Όλοι έχουν μια  ιδέα   για το τι είναι όσιο, τι είναι ωραίο. Η άμεση (και πρόχειρη) αυτή ιδέα, μέσα από την αμεσότητά της : α) φέρει το στοιχείο του παροντικού (νυν, λέει ο Ευθύφρων), β) προκύπτει (είναι το αποτέλεσμα) από κάποιο εγνωσμένο ή ανεπίγνωστο ιδιοτελές ή στην καλύτερη περίπτωση περιοριστικό προσωπικό κίνητρο, γ) αντλεί το όποιο κύρος της από την κατάδειξη μεμονωμένων περιπτώσεων[9].  Η περιοχή, λοιπόν, όπου κινούνται οι πρώτες απαντήσεις, αλλά ίσως και οι μετέπειτα καθώς οι διάλογοι προχωρούν, είναι το σφαλερό επίπεδο της χρονικής μεταβλητότητας, της εμπάθειας των ανθρώπινων όντων και της αυθαίρετης, ά-λογης περιπτωσιολογίας. Είναι εκείνο το επίπεδο όπου εμφανίζονται οι δυσεπίλυτες ή ανεπίλυτες διαφορές και σωρεύονται οι ασταθείς γνώμες[10].   Στο επίπεδο αυτό, δύσκολα μπορεί να επέλθει ομογνωμία, ακόμα και μεταξύ των θεών[11], όπως αντικρούει ο Σωκράτης τον δεύτερο ορισμό του Ευθύφρονα, διότι η αρέσκεια ή η απαρέσκειά τους για τα γεγονότα, είναι σημαντικότερη και πρότερη αυτών (των γεγονότων) και τους εμποδίζει να δουν καθαρά εάν αυτά είναι όσια ή ανόσια.  Αντιθέτως, οι διαφορές που αφορούν μετρήσιμες ποιότητες μπορούν με την βοήθεια της άσφαλτης δύναμης των αριθμών, να λυθούν[12].    
Επομένως, η εισαγωγική ερώτηση «τι εστί;» καθώς κάθε φορά επανέρχεται και απαιτεί συνεχώς μεγαλύτερο βαθμό αφαίρεσης, κάνει πιο ευδιάκριτη την διάσταση που υφίσταται ανάμεσα στο  κόσμο της εμπειρίας , του χρονικά εφήμερου και του τοπικά περιορισμένου από τη μια και στον κόσμο των νοητών, των ανεξάρτητων από χωροχρονικές δεσμεύσεις, λογικών ποιοτήτων ή Ιδεών από την άλλη. Κάνει όμως και το επιπλέον βήμα να αποδώσει στις Ιδέες την αιτία του υπαρκτού μέσα από την σχέση αίτιο – αιτιατό, καθώς και την κατηγόρηση που κάνει το υπαρκτό να είναι αυτό που είναι. Έτσι το όσιον δεν έπεται της καθολικής ομοφωνίας (έστω) των θεών, αλλά προηγείται αυτής[13] και το όμορφο επειδή είναι καθ’ αυτό όμορφο μπορεί να κάνει να είναι όμορφο οτιδήποτε προστεθεί[14].    


Οι δύο υπό εξέταση διάλογοι, μερικά σημεία των οποίων μόνο μπορέσαμε να επισημάνουμε, καταλήγουν σε απορία. Οι Ιδέες είναι σαφώς παρούσες στην σωκρατική έρευνα για το όσιο και το ωραίο, αν και όχι με την ολοκληρωμένη μορφή με την οποία θα παρουσιαστούν αργότερα στο πλατωνικό έργο (Φαίδων, Πολιτεία, Τίμαιος). Κατά τον White, ο ρόλος των Ιδεών είναι γνωσιοθεωρητικός, σημασιολογικός και μεταφυσικός. Εννοώντας μ’ αυτό τον τριπλό προσδιορισμό,  ότι οι Ιδέες μας χρειάζονται κατά πρώτο για να γνωρίσουμε τα πράγματα στην πραγματικότητά τους και για να εξηγήσουμε μερικά γεγονότα, κατά δεύτερο για να νοήσουμε την σημασία που αυτά έχουν μέσα από την διαδικασία της σκέψης και της λεκτικής εκφοράς και τρίτο για να αποκτήσουμε μια συνεκτική εικόνα του συνόλου της πραγματικότητας και των επιμέρους συνόλων που την απαρτίζουν[15].
Η θεώρηση αυτή των Ιδεών, κατά τον White, ανιχνεύεται σε ολόκληρο το έργο του Πλάτωνα. Κατά την γνώμη μου στους δύο διαλόγους που μας ενδιαφέρουν εδώ, η εισαγωγή των Ιδεών στην φιλοσοφική συζήτηση επιτελούν τον ρόλο της προετοιμασίας του εδάφους.
Οι  Ιδέες ή τα Είδη, διανοίγουν μια περιοχή του Είναι κατά έναν ορισμένο λογικό τρόπο, π.χ. κατά τον τρόπο του όσιου  ή του ωραίου. Το ενδιαφέρον του φιλοσόφου που παίρνει την μορφή της ερώτησης «τι εστί..;» είναι ακριβώς για την διανοιγείσα περιοχή, την οποία θα ονομάζαμε οντολογική.  Για τον λόγο αυτό   δεν γίνονται δεκτές οι απαντήσεις που προσκομίζουν οι συνομιλητές του Σωκράτη, που αφορούν επιμέρους περιπτώσεις τις οποίες οι άνθρωποι εντάσσουν στην εν λόγω περιοχή. Όσα επιμέρους παραδείγματα κι αν προσθέσουν οι συνομιλητές, κατονομάζοντας διάφορα πράγματα ως τέτοια (ωραία ή όσια ή οτιδήποτε άλλο) δεν αρκούν για να μας δώσουν μια ιδέα για το Ωραίο ή για το Όσιο, διότι αποτελούν οντικές περιπτώσεις. Εν κατακλείδι, στους περιοδολογημένους ως πρώιμους πλατωνικούς διαλόγους, τίθεται σχεδόν το σώμα της φιλοσοφικής εργασίας έκτοτε : Ποια είναι τελικά η σχέση ανάμεσα στα όντα και στο Είναι, αλλά και ποια η διαφορά τους;


Βιβλιογραφία
-          Πλάτωνος, Ευθύφρων, εκδ. Καρδαμίτσα,  μτφ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλου, Αθήνα 1982,
-          Πλάτωνος Ιππίας Μείζων, μτφ. Καρούζου – Κακριδή, εκδ. ΑΠΘ, Θεσ/νίκη 1973
-          Γιανναράς Χρ. Σχεδίασμα Εισαγωγής στην Φιλοσοφία, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2013
-          Πολίτης Βας. Το ερώτημα περί της Ουσίας. Η οντολογία του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, στο Εισαγωγή στην Αρχαία Φιλοσοφία, επιμ. Γεωργ. Καραμανώλης, εκδ. ΠΕΚ, 2017.
-          White Nicholas, Ο Πλάτων για τη γνώση και την πραγματικότητα, εκδ. Gutenberg, μτφ. Χρυσούλα Γραμμένου, Αθήνα 2012





[1] Γιανναράς Χρήστος, Σχεδίασμα εισαγωγής στην Φιλοσοφία, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2013, σελ. 281-285
[2] White Nicholas, Ο Πλάτων για την γνώση και την πραγματικότητα, μτφ. Χρυσούλα Γραμμένου, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2012, σελ. 303 -307
[3] Ό.π. σελ. 306
[4] Ό.π. Σελ. 25 - 32
[5] Πλάτωνος, Ευθύφρων 5d 4 (αυτό αυτώ όμοιον και έχον μίαν τινά ιδέαν…), μτφ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1982, σελ. 30  & Ιππίας Μείζων 286c-287b (Εξήγησέ μου καλά το όμορφο αυτό καθαυτό τι είναι..) μτφ. Καρούζου – Κακριδή, ΑΠΘ, Θεσ/νίκη 1973, σελ. 11,
[6] Πλάτωνος,  Ευθύφρων,  5d 10-11, (όσιον εστίν όπερ εγώ νυν ποιώ) σελ. 30-31
[7] Πλάτωνος, Ιππίας Μείζων 285a – 286c. (για τις  όμορφες απασχολήσεις τώρα τελευταία εγώ μίλησα..)   σελ. 10
[8] -   Πολίτης Βασίλης, [Κατά τη γνώμη μου το ερώτημα «τι είναι Φ;» όχι μόνον έχει μια καθημερινή σημασία, αλλά ο Πλάτων επιδιώκει και θέλει διατυπώνοντάς το να εκλαμβάνεται με την καθημερινή του σημασία]. Το Ερώτημα περί της Ουσίας. Η οντολογία του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, στο Εισαγωγή στην Αρχαία Φιλοσοφία, επιμ. Γ. Καραμανώλης, ΠΕΚ, σελ 222
-  «Γιατί, καθώς κατασκευάζει τη θεωρία των Ιδεών, τα κατηγορήματα που κατά κύριο λόγο τον απασχολούν είναι εκείνα που αποδίδονται σε συγκεκριμένα αισθητά αντικείμενα και γενικά σε αντικείμενα που παρατηρούμε αρκετά συχνά [….] ο Πλάτων ελάχιστα ασχολείται με κατηγορήματα που θα μπορούσαν να αποδοθούν μόνο στα μη αισθητά… Βλ. White, N. ό.π. σελ. 310
[9] Πλάτωνος Ιππίας Μείζων, 288 b-e, όπου αναφέρονται οι περιπτώσεις της όμορφης κοπέλας, της όμορφης φοράδας, της όμορφης χύτρας σελ. 14
[10] Ας θυμηθούμε εδώ το χωρίο της Πολιτείας με το παράδειγμα των δακτύλων (VII, 523a) και ας σημειώσουμε την αντιστοιχία που υπάρχει ανάμεσα στην συγκεχυμένη γνώση που προέρχεται από την άμεση αίσθηση και την λελογισμένη που προκύπτει από την ενεργή ανάμειξη του νου.
[11] Πλάτωνος, Ευθύφρων, 7b 2-5 (ουκούν και ότι στασιάζονται οι θεοί, ω Ευθύφρων, και διαφέρονται αλλήλοις και έχθρα εστίν εν αυτοίς προς αλλήλους) σελ 40
[12] Ασφαλώς ο πλατωνικός ρεαλισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί πρόδρομος του λογικού θετικισμού και του οράματος για την εύρεση μιας επιστημονικής μεταγλώσσας, η προβληματική όμως παραμένει η ίδια. 
[13] Πλάτωνος Ευθύφρων, 10b 4-11, c 1-4, όπου εισάγονται τα ζεύγη οράται – ορώμενον, άγεται – αγόμενον, φέρεται – φερόμενον, γίγνεται – γιγνόμενον… ό.π. σελ. 54-56
[14] Πλάτωνος Ιππίας Μείζων, (Έγώ σέ ρώτησα γιά τό δμορφο καθαυτό, πού άν προστεθή σέ οτιδήποτε τό κάνει να είναι δμορφο - μά πέτρα είναι, μά ξύλο, μά άνθρωπος, μά θεός, μά κάθε πράξη, μά κάθε μάθηση), ό.π. σελ. 20.
[15] White, N. ό.π. σελ. 32-41.

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

_Νίκος Καββαδίας : αγαπάω



Αγαπάω τ’ ό,τι είναι θλιμμένο στον κόσμο
Τα θολά ματάκια, τους αρρώστους ανθρώπους,
τα ξερά γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα,
τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους.
Τους σκυφτούς οδοιπόρους που μ’ ένα δισάκι
για μια πολιτεία μακρινή ξεκινάνε,
τους τυφλούς μουσικούς των πολύβοων δρόμων,
τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε.
Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν
τον ιππότην που είδαν μια βραδιά στ’ όνειρό τους,
να φανεί απ’ τα βάθη του απέραντου δρόμου.
Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ’ ασπροφτερό τους
Τα καράβια που φεύγουν για καινούρια ταξίδια
και δεν ξέρουν καλά – αν ποτέ θα ‘ρθουν πίσω
αγαπάω, και θάθελα μαζί τους να πάω
κι ούτε πια να γυρίσω
Αγαπάω τις κλαμένες ωραίες γυναίκες
που κοιτάνε μακριά, που κοιτάνε θλιμμένα…
αγαπάω σε τούτον τον κόσμο – ό,τι κλαίει
γιατί μοιάζει μ’ εμένα.

Αναδημοσίευση από : πένθος χαρωπόν

Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

_συντάσσομαι


Τώρα μπορώ να σταθώ στο πλάι σου και να σε υπερασπιστώ
 να αποκρούσω όλες τις κατηγορίες
Όλα τα λάθη και τις ανοησίες που σου καταλογίζουν
Να δείξω τις πέτρες 
το στρογγυλό τραπέζι 
την λάμπα με το λιγοστό φως
τα πόδια σου
το δίχως φαί ύπνο
τα λόγια που σου έλεγαν παιδί ακόμα
να φύγεις πέρα μακριά
με τόσα λίγα 
τόσα λίγα να ξέρεις για τον κόσμο.
Και πώς να αντέξεις τον κόσμο; 
αν δεν χαθείς μέσα του....
 Και πώς ν' αντέξεις την απανθρωπιά όλων των εποχών;
αν δεν παρασυρθείς από την ροή του πλήθους....
Καημένε μου!
Τώρα μπορώ να σταθώ δίπλα σου
Να πω παρόν στο όνομά σου. 
Να είμαι και γω ένα κομμάτι σου
Δίπλα στα κομμάτια αυτού του κόσμου
με τη μικρή του λογική
τις μικροαπάτες του, τα ψέματά του, 
τα λάθη τα πολλά, 
την ξοδεμένη αντοχή 
και την ομορφιά που σπαταλήθηκε 
Κουρασμένε μου, 
Εξαπατημένε μου, 
αν μπορούσα μόνο να σου χαϊδέψω τα μαλλιά
με λίγη αγάπη βολευόσουν, 
σε γνωρίζω από τα δάκρυα 
σε γνωρίζω από τα δάκτυλά σου. 
γνωρίζοντας εμένα
Αγαπημένε μου.
Συντάσσομαι λοιπόν στο πλάι σου
Συντάσσομαι δίπλα στους ηλίθιους, τους ανόητους, 
τους ανίκανους, τους κουρασμένους, τους γερασμένους, 
τους κατάκοιτους, αυτούς που δεν καταλαβαίνουν,
που γυρνούν στα ίδια και στα ίδια
και δεν υπάρχει γι' αυτούς μια πόρτα να ανοίξει μ' ένα σπρώξιμο απλό,
γι' αυτό τους παίρνει ο ύπνος, 
δίχως να διαβάσουν  ποτέ ούτε ένα βιβλίο, 
τους αδικημένους 
τους μοιραίους
Μεγάλωσα, πατέρα, κι έγινα αυτό που δεν εσύ δεν γνώριζες
 αλλ' ήθελες πάντα να΄μαι
Συντάσσομαι
έτσι που να'σαι σίγουρος
όταν με δεις 
στο πλάι σου 
να με αναγνωρίσεις. 





Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2018

_διαφημιστική αποδομητική: αλλαντοποίηση





Με δύο διαφημίσεις θα ασχοληθούμε σήμερα, αγαπητοί Αναγνώστες. 
Άφησα να περάσουν μερικές μέρες από τον εορταστικό διαφημιστικό παροξυσμό, ώστε να μπορούμε πιο νηφάλια να κάνουμε την κίνηση της αναδρομής σε μερικά απ' όσα είδαμε και ακούσαμε  το προηγούμενο διάστημα από την τωρινή θέση  της καθημερινότητας, που διαφέρει μόνο σε τούτο από την άλλη την εορταστική : αν και  περιέχει την ίδια βαρβαρότητα είναι ωστόσο πιο γυμνή, πιο ωμή και για τούτο πιο πρόσφορη  για να σκεφτεί κανείς.  

Όπως το συνηθίζουμε σ' αυτά τα σημειώματα θα αρχίσουμε από κάτι γενικό. 
Το γενικό για σήμερα είναι  ότι οι διαφημιστές αν και φαίνεται να είναι άνθρωποι με μεγάλη φαντασία - αφού τα ευφάνταστα διαφημιστικά σενάρια που κάθε τόσο εξαπολύουν, σε κάνουν να λες "μα πώς το σκέφτηκαν;"- δεν διαθέτουν ίχνος φαντασίας. Η "τέχνη" τους και η "τεχνική" τους είναι απολύτως ελεγχόμενα και προβλέψιμα στάδια μιας μακράς και αυστηρώς ελεγχόμενης αλυσίδας παραγωγής του διαφημιστικού προϊόντος, το οποίο δεν διαφέρει σε τίποτα από κάθε άλλο εμπόρευμα: πρέπει να πωληθεί' και μάλιστα είναι διπλά προσδιορισμένο ως εμπόρευμα, δηλ. πωλείται για να πωλήσει. 
Μέσα σ' αυτόν τον διπλό προσδιορισμό του είναι κρυμμένο το βαθύ ψεύδος της ανελεύθερης φύσης του. 
Οι διαφημιστές για να σχεδιάσουν και να εξαπολύσουν ένα διαφημιστικό προϊόν έχουν, ανάμεσα σε άλλα εργαλεία,  ως απαραίτητους οδηγούς συγκεκριμένες έρευνες, τις λεγόμενες "έρευνες αγοράς" και μελέτες των τάσεων, των απόψεων, των πεποιθήσεων, των περιορισμών και άλλων περιεχομένων της "κοινής γνώμης", περιεχόμενα τα οποία έρχονται σε γνώση τους μέσα από καλά σχεδιασμένες μετρήσεις συγκεκριμένων ακροατηρίων, τα γνωστά target groups. Η κατοχή της γνώσης αυτού του τυχαίου και απρόβλεπτου ανθρώπινου υλικού είναι απαραίτητος όρος και επομένως ο έλεγχός του (ή πολύ περισσότερο η κατασκευή του), είναι η βαθιά κρυμμένη επιθυμία του συστήματος παραγωγής καταναλωτικών προϊόντων. Επομένως έχοντας υπόψη τους αυτό το υλικό, δηλαδή το ποιές πιθανές αντιστάσεις θα συναντήσει το προϊόν στην ζούγκλα της κατανάλωσης και του ανταγωνισμού, η όλη   προσπάθεια-τεχνική των διαφημιστών έγκειται στο να άρουν αυτές τις αντιστάσεις. Προς τούτο χρησιμοποιούν χωρίς καμία τύψη και καμία αιδώ την εικόνα και τον λόγο. Μέσα σ' ολη αυτή την αλυσίδα ασφαλώς δεν υπάρχει ίχνος ελεύθερης και δημιουργικής φαντασίας. Το αντίθετο συμβαίνει και μάλιστα για να συμβεί αποτελεσματικά πρέπει να είναι καλά κρυμμένο. Δηλαδή η απαίτηση για  απόλυτο υπολογισμό και  έλεγχο των διαθέσεων, των σκέψεων, καθώς και των συμπεριφορών των ανθρώπων πρέπει να περνιέται και να εκφράζεται ως το φαντασιώδες....

Ερχόμαστε τώρα στις δύο διαφημίσεις. 
Δύο είναι τα κοινά  χαρακτηριστικά τους : 1)  η εμφάνιση παιδιών ως πρωταγωνιστών και 2) τα προς πώληση προϊόντα είναι αλλαντικά.
Το γεγονός ότι επιλέγονται παιδιά για να μεταφέρουν το μήνυμα ασφαλώς δεν είναι τυχαίο. 
Τα προϊόντα αυτά βαρύνονται με μια σκιά ως προς την ποιότητα-αγνότητά τους καθώς και για τις συνθήκες αφύσικης , βιομηχανικής αναπαραγωγής και εκτροφής των ζώων που στην συντριπτική πλειοψηφία είναι φρικώδεις. Όλα αυτά τα "εμπόδια" πρέπει να αρθούν! Καθώς η κοινωνία της πληροφορίας στην οποία ζούμε, παράγει αντιφατικά αποτελέσματα (: από τη μια φέρνει στο φως της πληροφόρησης πτυχές της πραγματικότητας που θα έμεναν άλλως κρυμμένες, δημιουργώντας προβλήματα στην λειτουργία της πειθούς των καταναλωτών και από την άλλη ,όμως ,είναι απαραίτητη για να γίνει δυνατή η λειτουργία του εκτεταμένου και συγκεντρωτικού δικτύου πωλήσεων), ένα πρώτο βήμα άρσης της δικαιολογημένης καχυποψίας των ενημερωμένων καταναλωτών απέναντι στα προϊόντα αυτά, είναι το να τα προτείνουν τα πιο αγνά μέλη αυτής της κοινωνίας, δηλ. τα παιδιά. 
Ασφαλώς εδώ, ξεμασκαρεύονται  όλες οι επιφάσεις για την προστασία της παιδικής ζωής-παρουσίας, από την έκθεση στην κάθε είδους αγριότητα, αφού δίχως κανένα φραγμό τα παιδιά χρησιμοποιούνται σ' αυτή την  βιομηχανία παραγωγής χειραγωγήσεων, χειραγωγούμενα και τα ίδια. 
Αυτό όμως φαίνεται να μην μπορούμε πλέον ούτε καν να το καταλάβουμε ως πρόβλημα, μέσα στην άμβλυνση της τηλεοπτικής ά-νοιας.

Στην μεν πρώτη διαφήμιση, επιχειρείται -μέσω των παιδιών πάντα- μια αντιστροφή των ρόλων. Την θέση των γονέων παίρνουν τα παιδιά και στην θέση των παιδιών έρχονται οι γονείς.  
 Στόχος είναι η υποσυνείδητη επενοχοποίηση του καταναλωτή γονέα, ο οποίος αν και διατηρεί  την αγοραστική δύναμη,  κάτω από την "πειστική εξήγηση" των μικρομέγαλων παιδιών του , γίνεται λίγο ηλίθιος.... ούτως ώστε δίχως καμία τύψη ή έστω προβληματισμό και δισταγμό για την ποιότητα και την θρεπτική αξία αυτών των προϊόντων να προβεί στην αγορά τους. 
Το στόρυ της διαφήμισης εδώ, θέλει τα παιδιά να αναλαμβάνουν έναν εντελώς αφύσικο ρόλο, να συμπεριφέρονται όχι μόνο ως μικροί δικτάτορες αλλά και να ενσαρκώνουν τον ρόλο του εργαστηριακού επιστήμονα μέσα στο σπιτικό περιβάλλον (γεγονός που ωθεί ακόμα πιο πέρα την πολιτική της υγειονοποίησης των σχέσεων) καθώς απαριθμούν με φυσική εξοικείωση και στόμφο   στις χημικές ιδιότητες και στην σύσταση του εν λόγω αλλαντικού. 
Η παιδική τους απλότητα και η αυθόρμητη αρέσκεια ή απαρέσκεια που μπορούν να εκδηλώνουν ,  ισοπεδώνονται από έναν επιστημονικό ορθολογισμό και από το κυριαρχικό μοντέλο-πρότυπο επιβολής,  στοιχεία τα  οποία μάλιστα δείχνουν να απολαμβάνουν κολακευμένα.  
Οι "μεγάλοι" αναλαμβάνουν τον ρόλο των κυριαρχούμενων, σχεδόν ηλίθιων, κατατροπωμένων, δίχως αντίλογο, "παιδιών".... 
Η κάμψη των αντιστάσεων και η υιοθέτηση αυτών των μοντέλων συμπεριφοράς (κυριαρχικός-επιστημονικός λόγος της απόλυτης βεβαιότητας του μέλλοντος που εκπροσωπούν τα παιδιά vs. ηλιθιοποιημένης - ανήλικης ανθρωπότητας)  είναι το ποθούμενο για κάθε κοινωνία της απρόσκοπτης λειτουργίας της αγοράς και της βιολογικοποιημένης επιστήμης. 

Η δεύτερη διαφήμιση φαίνεται να κινείται στον αντίποδα της πρώτης. Εδώ το παιδί δεν υιοθετεί τον αφύσικο ρόλο του επιστήμονα - κυρίαρχου, αλλά εμφανίζεται σε ένα ρόλο πιο συμβατό με την παιδικότητα, ως μαγική παρουσία, ως νεράιδα.  
Κι όμως και εδώ το παιδί αντιπροσωπεύει την μάγευση, την παράδοση  στην γευστική, αισθητηριακή απόλαυση, στην μυστηριακή δύναμη της μη σκέψης.

Το γεγονός ότι και οι δυο διαφημίσεις αφορούν αλλαντικά είναι δευτερεύον. Το κυριο είναι ότι ζούμε σε έναν κόσμο που μέσα στην αγωνιώδη του κατάρρευση, καταβροχθίζει και διαστρέφει τα πάντα...
Οι διαφημίσεις είναι τα αδιάψευστα τεκμήρια αυτής της μεγαλειώδους αλλαντοποίησης...

ΥΓ. Παράγοντες της Αγοράς δηλώνουν ευχαριστημένοι από την εορταστική κίνηση, καθώς σημειώθηκε αύξηση του τζίρου... (δόξα! δόξα!)
  







Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2018

_Norbert Elias: Ναζισμός και Γερμανικός χαρακτήρας














Γραμμένο το 1961/62, με αφορμή τη δίκη του Άιχμαν που διεξαγόταν εκείνο τον καιρό στην Ιερουσαλήμ, το δοκίμιο αυτό του μεγάλου Γερμανοεβραίου κοινωνιολόγου ανατέμνει και ασκεί κριτική στη ναζιστική εκδοχή του γερμανικού εθνικισμού. O Eλίας υπήρξε θύμα των ναζιστικών διώξεων, υπέστη ταλαιπωρίες και κακουχίες, υπήρξε άπατρις για 20 χρόνια, ενώ έχασε τους πιο πολλούς φίλους και συγγενείς του στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και η μητέρα του εξοντώθηκε σε θάλαμο αερίων στο Άουσβιτς.
Το έργο μπορεί να εγγραφεί στη γενεαλογία κριτικής την οποία εγκαινίασε η «Διαλεκτική του Διαφωτισμού» των Αντόρνο-Χορκχάιμερ, καθώς αντιλαμβάνεται τη ναζιστική εμπειρία ως προϊόν κοινωνικοϊστορικών διαδικασιών οι οποίες δύνανται να σηματοδοτήσουν τη συνολική κατάρρευση του δυτικού πολιτισμού. Συγχρόνως το έργο αποτελεί θεωρητική συμβολή στην κριτική της εν γένει μορφής έθνος-κράτος.

ΝΟΡΜΠΕΡΤ ΕΛΙΑΣ
ΝΑΖΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ
Δοκίμιο πάνω στην κατάρρευση του πολιτισμού
Επιμέλεια: Θάνος Σαμαρτζής
Μετάφραση: Γιάννης Πεδιώτης -Γιάννης Θωμαδάκης

Αποσπάσματα από το βιβλίο

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Εκ πρώτης όψεως, η δίκη του Άιχμαν δεν ήταν παρά η δίκη ενός μεμονωμένου ατόμου. Στη μια πλευρά, ο Άιχμαν, ο κατηγορούμενος· στην άλλη, οι ισραηλινοί κατήγοροί του και ένα πλήθος μαρτύρων, ανάμεσά τους αρκετοί επιζώντες απ’ τα στρατόπεδα συγκέντρωσης· τέλος, ένα αόρατο διεθνές ακροατήριο που παρακολουθούσε και έκρινε τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Καθώς περνούσαν οι μήνες, όμως, τα νέα από τη δίκη διαδίδονταν ανά τον κόσμο και επηρεάζαν τις συζητήσεις, τις σκέψεις και τα αισθήματα των ανθρώπων σε πολλές χώρες. Έτσι, η δίκη φάνηκε σταδιακά να μετατρέπεται σε κάτι περισσότερο από τη δίκη του μεμονωμένου αυτού ατόμου. Αποκτούσε, σε μικρή κλίμακα, χαρακτήρα ορόσημου. Όπως οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, έτσι και η δίκη του Άιχμαν ερχόταν να προστεθεί σ’ ένα διαρκώς διευρυνόμενο σύνολο βιωμάτων τα οποία κλονίζουν την εικόνα που έχουμε για τις κοινωνίες μας, θέτοντας υπό αμφισβήτηση το κατά πόσο πρόκειται πράγματι για κοινωνίες πολιτισμένες. Επιφανειακά, η δίκη έδειχνε να έχει τοπικό μόνο ενδιαφέρον· κατά βάθος, όμως, η σημασία της ήταν πολύ ευρύτερη.
Το γεγονός ότι οι Ναζί είχαν προξενήσει δεινά στους Εβραίους δεν ήταν άγνωστο. Ωστόσο, πριν από τη δίκη του Άιχμαν, είχε τεθεί σε λειτουργία η φοβερή ικανότητα του ανθρώπου να λησμονεί τα επώδυνα — προπάντων όταν το θύμα δεν είναι ο ίδιος αλλά κάποιος άλλος, σχετικά ανίσχυρος. Η ανάμνηση τού πώς ένα σύγχρονο κράτος επιχείρησε να αφανίσει ολοσχερώς μια μισητή μειονότητα είχε αρχίσει να ξεθωριάζει. Χάρη όμως στη δίκη που βρισκόταν σ’ εξέλιξη στην Ιερουσαλήμ, τα συγκεκριμένα γεγονότα ήλθαν εκ νέου στο προσκήνιο. Προηγουμένως γίνονταν διάφορες συζητήσεις για το αν θα ήταν προτιμότερο να αφεθεί στο σκοτάδι η μνήμη δολοφονημένων και δολοφόνων, περιοριζόμενη σε λίγες μόνο σποραδικές αναφορές στα βιβλία ιστορίας, εν είδει επιτύμβιας επιγραφής. Αυτές οι συζητήσεις έχασαν πια κάθε νόημα. Οι αναμνήσεις είχαν πλέον επιστρέψει. Και είναι ιδιαίτερα διδακτικό να μελετήσουμε πώς συνέβη αυτό.
Οι πιθανότητες να διασωθεί η μνήμη των θυμάτων της ιστορίας, των ανίσχυρων και των ηττημένων, είναι κατά κανόνα ελάχιστες. Το βασικό πλαίσιο που καθορίζει τι θα φυλαχθεί στη μνήμη ως ιστορία εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να είναι το κράτος, και τα βιβλία της ιστορίας εξακολουθούν να είναι χρονικά κρατών. Η δίκη του Άιχμαν επιβεβαίωσε τον κανόνα: αν η θύμηση των δολοφονημένων Εβραίων ξαναζωντάνεψε, αυτό οφειλόταν στην ύπαρξη του νέου εβραϊκού κράτους και στην ισχύ που διέθετε.
Την ίδια στιγμή, ανακινούνταν τα πολυάριθμα ερωτήματα που γεννούσε τούτη η θύμηση. Πώς ήταν δυνατόν στον 20ό αιώνα άνθρωποι να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν με τρόπο ορθολογικό, και δη επιστημονικό, ένα εγχείρημα που μοιάζει με επιστροφή στη βαρβαρότητα και στην αγριότητα εποχών του παρελθόντος; Ένα εγχείρημα που, αν παραμερίσουμε τις διαφορές στα πληθυσμιακά μεγέθη και μας επιτραπεί να αναγνωρίσουμε στους δούλους —έστω μετά τον θάνατό τους— την ιδιότητα του ανθρώπινου όντος, θα μπορούσε να έχει συμβεί στην αρχαία Ασσυρία ή στην αρχαία Ρώμη; Ίσως να μην ήταν παράξενο αν είχε συμβεί σε μια φεουδαρχική κοινωνία όπου γαιοκτήμονες πολέμαρχοι διέθεταν εξουσία ζωής και θανάτου πάνω στους δουλοπάροικούς τους, ή την εποχή των Σταυροφόρων, όταν οι τελευταίοι λήστευαν και έριχναν τους Εβραίους στην πυρά. Όμως, τον 20ό αιώνα κανείς δεν περίμενε πια κάτι τέτοιο.