ἥλιος κυκλοδίωκτος, ὡς ἀράχνη, μ᾿ ἐδίπλωνε καὶ μὲ φῶς καὶ μὲ θάνατον ἀκαταπαύστως.
(Ωδή τρίτη, Εις Θάνατον, ...Ανδρέας Κάλβος)

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

_το κακό και η αυγουστίνεια παράδοση : εκτενής περίληψη και προβληματισμοί (ix)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: Θεοδικία και δυσαρέσκεια

Σύμφωνα με όσα είδαμε έως τώρα, η κριτική των θεοδικιών ανέδειξε ότι  κοινός τόπος τους  είναι η τάση της αφαίρεσης από το πρωτογενές κακό, προκειμένου να δοθούν διάφορες ερμηνευτικές απαντήσεις για την φύση του κακού, τα τραγικά συμβάντα και τις δυστυχίες που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι. Οι κριτικοί των θεοδικιών και γενικότερα του μοντερνισμού, επιμένουν ότι το πρόβλημα όμως με το κακό δεν βρίσκεται στην δυσκολία της ερμηνείας του, αλλά στην αντιμετώπιση του ίδιου του κακού. Επομένως, χρειάζεται να αλλάξουμε εστίαση κι από την αφαιρετική διανοητική συζήτηση περί του κακού, να εστιάσουμε στην διαρκή και σταθερή ανάμειξή του με την καθημερινή ζωή των πραγματικών ανθρώπων.  Οι κριτικοί των θεοδικιών προτρέπουν  τους φιλοσόφους της θρησκείας και τους θεολόγους, να αφήσουν πίσω τους κάθε σκέψη που διαπνέεται από το πνεύμα της θεοδικίας, είτε αυτή επικαλείται την μυστηριώδη θεία βούληση είτε την θεία δικαιοσύνη, και να θέσουν το ερώτημα πώς μπορούμε να παραμένουμε πιστοί στους ανθρώπινους τρόπους που έχουμε για να βλέπουμε το κακό, ακόμα και ιδιαίτερα όταν σκεπτόμαστε από μια θρησκευτική προοπτική ή είμαστε θρησκευόμενοι.
"Παραμένουμε πιστοί στους ανθρώπινους τρόπους", σημαίνει ότι μπορούμε να ακούμε τις εμπειρίες αυτών που υποφέρουν και επιτρέπουμε στον εαυτό μας -κάποτε μάλιστα τον πιέζουμε γι' αυτό- να αποδεχθεί την πραγματικότητά τους με τους δικούς τους όρους, δίχως να ενδιαφερόμαστε για το ταίριασμα των εμπειριών αυτών μέσα στο θεωρητικό - θρησκευτικό μας πλαίσιο΄ σημαίνει να επιτρέψουμε στις αφαιρετικές θεωρητικές μας κατασκευές να συνδεθούν με τις πραγματικές, ιστορικές, εμπειρικές καταβολές τους, υπερβαίνοντας το χάσμα ανάμεσα στον θεωρητικό και τον πρακτικό λόγο.
Σύμφωνα με τους κριτικούς των θεοδικιών, για να συναντήσουμε αυτές τις εμπειρίες και για να επιτύχουμε την αλλαγή  της εστίασής μας, οφείλουμε να μην καταφύγουμε σε πιο λεπτομερείς, σχολαστικές και οξυδερκείς βελτιώσεις των θεωρητικών μας πλαισίων ώστε να τις χωράνε, αλλά, αντίθετα οφείλουμε να εργαστούμε για να περιορίσουμε το κακό στην πραγματική βιωμένη εμπειρία του τώρα΄ εξάλλου αυτός ήταν ο αρχικός σκοπός των θεοδικιών.

Ασφαλώς η κριτική στις θεωρητικές απαντήσεις των θεοδικιών έχει αξία. Υπήρχε και υπάρχει πράγματι από πλευράς της φιλοσοφίας και της θεολογίας παραμέληση στην ανάδειξη εκείνων των πρακτικών στρατηγικών που θα ήταν άμεσα συνδεδεμένες με την πραγματικότητα του κακού. Η υπερβολική, όμως, έμφαση των κριτικών αυτών στην αναξιότητα της θεωρίας, συμπαρασέρνει κάθε θεωρητική ερώτηση ως "μοντερνιστική" προκατάληψη που διαπνέεται από το καρτεσιανό ιδεαλισμό, είναι και ανακριβής ιστορικά (διότι με τέτοιες ερωτήσεις απασχολήθηκαν σχεδόν το σύνολο των προ-νεωτερικών θεολόγων) αλλά και μια απλώς αχρείαστη προκατάληψη η ίδια, που στρέφεται εναντίον του θεωρητικού λόγου. Γιατί άραγε δεν μπορούν να συμβαδίσουν οι θεωρητικές και οι πρακτικές προσεγγίσεις μας; Και αποκρούοντας την θεωρία, σε τι ακριβώς αντιστεκόμαστε;

Η απάντηση εδώ είναι ιεραρχικού τύπου: μέσα από την καταγγελία των θεοδικιών, η πράξη ιεραρχείται υψηλότερα από τον λόγο, ο οποίος νοείται ως ο θρησκευτικός λόγος που λειτουργεί ως το γνωστό "όπιο των λαών". To πρόβλημα τίθεται έτσι: καμία απάντηση δεν είναι χρήσιμη - κι γι΄ αυτό αποδεκτή- εφόσον δεν μπορεί να αναχθεί ευθέως στο πρακτικό επίπεδο. Με άλλα λόγια, εάν επιχειρήσουμε να σκεφτούμε διαφορετικά, αυτό σημαίνει ότι είμαστε δούλοι της πίστης του μοντερνισμού στην θεωρία...
Για τους αντιπάλους των θεοδικιών (antitheodicists) κάθε πιθανή λεκτικοποίηση απαραιτήτως καταργεί την τραγικότητα του κακού και τέτοιες εμπειρίες όπως ο πόνος, δεν αντέχουν στην θεωρητικοποίηση. Η παραδοχή αυτών των στοχαστών για τον κόσμο μας είναι ότι : η εμπλοκή μας με τον κόσμο στον βαθμό που είναι - και είναι πάντα - μεσολαβημένη από την γλώσσα δεν μπορεί ποτέ να είναι καθολική.  Οι γλωσσικές μας απεικονίσεις και ότι διαμείβεται στο γλωσσικό επίπεδο δεν μπορεί ποτέ να εξαντλήσει το σύνολο της εμπειρίας και της συμπεριφοράς μας στον κόσμο.
Για τους στοχαστές αυτούς, η θεωρία δεν είναι αυτό που οι νεωτερικοί ονειρεύτηκαν ότι θα ήταν, μια πιστή αναπαράσταση του κόσμου, αλλά είναι μάλλον ένα εργαλείο ανάμεσα σ' άλλα που διαθέτουμε για την πλοήγησή μας στον κόσμο της υλικότητας της εμπειρίας. Τουτέστιν η θεωρία πρέπει να υπηρετεί την πράξη.

Στο σημείο αυτό μπορεί κάποιος να αναρωτηθεί μήπως οι αντίπαλοι των θεοδικιών και γενικά οι μεταμοντέρνοι στοχαστές, υποδουλώνουν τον εαυτό τους στην δεσμευτικότητα της διαφοράς, πράγμα που είναι πολύ περισσότερο κοντά στις νεωτερικές παραδοχές, από ότι θέλουν να πιστεύουν.
Κυρίως φαίνεται να δεσμεύονται στην παραδοχή του απολύτου χωρισμού ανάμεσα στην "θεωρία"και στην "πράξη" και παλινδρομούν από την αναμφίβολη κυριαρχία της πρώτης σε μια εξίσου αναμφίβολη κυριαρχία της δεύτερης. Πρόκειται για την κλασική "υλιστικού τύπου" αντιστροφή της διχοτομίας που υποτιμά τις διανοητικές μας δυνάμεις μέσα από την επιβεβαίωση της νεωτερικής σχηματοποίησης, με τον απλό τρόπο του αναποδογυρίσματός τους. "Ο ιδεαλιστικός διαχωρισμός σε 'ιδέες' και 'υλικές πραγματικότητες' επαναλαμβάνεται αλλά με ανεστραμμένες τις προτεραιότητες του".
Ίσως όμως είναι καλύτερο να εγκαταλείψουμε αυτή την διχοτόμηση μια και καλή. Είναι σαφές ότι οι θεωρητικές μας αναζητήσεις είναι αναπόσπαστο μέρος της πρακτικής μας ζωής και στην πραγματικότητα αναδύονται από αυτήν. Η κατανόηση αυτή δεν είναι αποκλειστικά μια κατάκτηση του πραγματισμού. Όλη η αρχαία και η μεσαιωνική σκέψη λάμβαναν αυτή την αμοιβαιότητα ως δεδομένη. Στην πραγματικότητα, οι αντίπαλοι των κλασικών θεοδικιών δραπετεύουν από τα θεωρητικά και διανοητικά προβλήματα που εγείρει η συνάφειά μας με το κακό, τον πόνο και την τραγικότητα της ζωής, προσπαθώντας να μεταμορφώσουν την δυσκολία μας σε αδυνατότητα. Επιπλέον επαναλαμβάνουν την κυρίως άρνηση της νεωτερικότητας να σκεφτεί το κακό, την υπόρρητη προπαραδοχή της ότι το κακό είναι το τερατωδώς ακατάληπτο. Οι αντίπαλοι των θεοδικιών κατά παράδοξο τρόπο μας οδηγούν πίσω στο Γκότθικ πλαίσιο, από όπου οι θεοδικίες, έστω και ανεπαρκώς, προσπάθησαν να μας απαλλάξουν.

Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια ενεργητική σύνδεση των θεωρητικών και των πρακτικών μας προσεγγίσεων. Μια σύνδεση που να μην καταργεί ή υποβιβάζει ούτε την θεωρητική ούτε την πρακτική πλευρά. Και τούτο διότι, οι ερωτήσεις που αποκαλούνται "θεωρητικές" συνήθως ανακύπτουν από την εμπειρία του πόνου και της τραγικότητας και αν συμβαίνει συχνά να βρίσκονται σε ένα επιφανειακό επίπεδο διανοητικού συμπεριφορισμού, χρειάζεται να τις οδηγήσουμε στο βάθος από όπου αυτές πηγάζουν.
Όπως επισημαίνει ο Τζέιμς Οβέτζελ (James Wetzel, 1959 ), "κανείς από τους κατηγόρους των
O James Wetzel, είναι καθηγητής
στο Πανεπιστήμιο της Βιλλανόβα των ΗΠΑ,
με ειδίκευση στην πλατωνική,
αυγουστίνεια φιλοσοφική παράδοση
 και την ηθική ψυχολογία 
θεοδικιών δεν μπορεί να αρνηθεί το βαθύτερο κίνητρό τους : Είναι η επιθυμία μας να καθορίσουμε την πηγή και τα όρια του ηθικού κόσμου μας. Για όσο καιρό το κακό θα παραμένει ένα μέρος της εμπειρίας μας στον κόσμο, θα προσπαθούμε να βρούμε ένα νόημα γι' αυτό" (1992,363).
Η εμπειρία της τραγικότητας είναι μια καθολική υπαρξιακή πρόκληση, συμπεριλαμβανομένης και της αναστοχαστικής μας ύπαρξης. Όπως λέει ο Έντμουνσον (βλ. προηγούμενη ανάρτηση) χρειάζεται να παραδεχθούμε ότι είμαστε "πιασμένοι" μέσα σ' αυτά τα προβλήματα, πράγμα που σημαίνει ότι τα προβλήματα αυτά δεν θα καταργηθούν για την σκέψη, ακόμα κι αν τα αντιμετωπίσουμε ως προβλήματα σκέψης.
Ούτε η θεωρητική θεοδικία ούτε η αντίπαλη αντι-θεοδικία είναι κατάλληλες για τις ανάγκες μας.


James Wetzel,
Ο Αυγουστίνος
και τα όρια της
αρετής, 1992.  
Περισσότερο από την  καθαρότητα της θεωρητικής θεοδικίας ή την απολυτότητα της πράξης χρειαζόμαστε μια απάντηση που να καλύπτει όλο το εύρος των δυνατοτήτων μας. Όπως το θέτει ο Οβέτζελ, "χρειάζεται να δουλέψουμε μέσω μιας αντισταθμιστικής ευαισθησίας, μια ευαισθησία που θα λαμβάνει υπόψη της ότι το κακό είναι παρόν και μέρος του κόσμου, και αναγνωρίζοντας ότι αυτή η "δουλειά μέσω"   μόνο προσωρινά μέρη για ανάπαυση μπορεί να μας προσφέρει.
Πρέπει να βρούμε κάποιους τρόπους για να μιλήσουμε ταυτόχρονα και στα δύο πλαίσια : το θεωρητικό μας πλαίσιο δεν πρέπει να είναι πρακτικά ανάπηρο αλλά θα πρέπει να εμπλουτίζει, να ζωντανεύει και να εκμαιεύει τις πρακτικές μας. Και οι πρακτικές απαντήσεις πρέπει να βρουν τρόπους για να εκφράσουν τις θεωρητικές μας θεμελιώσεις.


Αλλά όμως το πρόβλημα των θεοδικιών, όπως αναλυτικά το είδαμε σε δύο συνέχειες, δεν είναι ασφαλώς το μόνο το οποίο στέκει στο δρόμο μας. Yπάρχει ακόμα μια πλευρά σχετική με την ευρύτητα της γνώσης μας, που αναπτύχθηκε συνολικά γύρω  από το κακό.

Στο επόμενο : Η λειτουργία του κακού. 







(Η παρούσα ανάρτηση αποτελεί συνέχεια της ομώνυμης θεματικής, βασίζεται στο βιβλίο του Ch. Mathewes, Evil and the augustinian tradition, ed. Cambridge University Press, 2001 και προτείνουμε για την αρτιότητα της ανάγνωσης το διαβασμα των προηγούμενων αναρτήσεων στην κατηγορία Φιλοσοφικές Μελέτες) 

_Ρόζα Εσκενάζυ : Αραπίνα


Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

_τι είναι ο Χρόνος;

του Lee Smolin*

Κάθε παιδί που πάει σχολείο μαθαίνει τι είναι ο χρόνος. Αλλά επίσης για κάθε παιδί φτάνει μια στιγμή, που βρίσκεται αντιμέτωπο με τα παράδοξα που γεννάει η καθημερινή μας αντίληψη για τον χρόνο. Θυμάμαι όταν ήμουν και ο ίδιος παιδί, πως ξαφνικά μου καρφώθηκε στο μυαλό η ερώτηση αν ο χρόνος θα μπορούσε να τελειώνει κάπου ή να συνεχίζεται επ' άπειρον. Πρέπει να τελειώνει κάποτε, γιατί πώς να συλλάβουμε την άπειρη παρουσία του που θα εκτείνεται μπροστά μας, αν ο χρόνος δεν έχει τέλος; Αλλά πάλι αν έχει τέλος, τι συμβαίνει ύστερα;

Μελετώ την ερώτηση τι είναι ο χρόνος, κατά το μεγαλύτερο διάστημα της ενήλικης ζωής μου. Αλλά πρέπει να παραδεχτώ από την αρχή ότι δεν βρίσκομαι κοντύτερα στην απάντηση απ' ότι όταν ήμουν παιδί. Πράγματι μετά από αυτή όλη τη μελέτη, δεν νομίζω ότι μπορούμε ν' απαντήσουμε ούτε στην απλή ερώτηση: Τι πράγμα είναι αυτός ο χρόνος; Ίσως το καλύτερο πράγμα που μπορώ να πω για τον χρόνο είναι να εξηγήσω πως βάθυνε για μένα το μυστήριο του χρόνου καθώς προσπαθώ να το αντιμετωπίσω. Να ένα ακόμη παράδοξο του χρόνου, που το ανακάλυψα μόνο όταν μεγάλωσα. Όλοι μας ξέρουμε ότι τα ρολόγια μετράνε το χρόνο. Αλλά τα ρολόγια είναι σύνθετα φυσικά συστήματα και ως εκ τούτου υπόκεινται σε ατέλειες, φθορές και εξάντληση της πηγής ενέργειάς τους. Αν πάρω δύο πραγματικά ρολόγια, τα συγχρονίσω και τα αφήσω να λειτουργήσουν, μετά από λίγο καιρό θα διαφωνούν ως προς τον χρόνο που δείχνουν.

Ποιο από αυτά λοιπόν μετράει τον αληθινό χρόνο; Υπάρχει πράγματι μόνο ένας απόλυτος χρόνος, ο οποίος αν και μετρείται με ατέλειες από τα πραγματικά ρολόγια, είναι ο αληθινός χρόνος του Κόσμου; Μοιάζει πως μάλλον έτσι πρέπει να είναι, αλλιώς τι νόημα έχει να λέμε ότι ένα ρολόι πάει μπροστά ή πίσω; Από την άλλη μεριά πάλι, τι νόημα έχει να λέμε ότι υπάρχει ένας απόλυτος χρόνος, αν κανένας ποτέ δεν μπορεί να τον μετρήσει με ακρίβεια;

Η πίστη σ' έναν απόλυτο χρόνο γεννά άλλα παράδοξα. Θα υπήρχε ροή του χρόνου αν δεν υπήρχε τίποτα στο Σύμπαν; Αν κάθε τι σταματούσε, αν τίποτα δεν εξελισσόταν, θα συνέχιζε να ρέει ο χρόνος;
Από την άλλη πλευρά, ίσως δεν υπάρχει ένας μοναδικός απόλυτος χρόνος. Στην περίπτωση αυτή ο χρόνος είναι μόνο ότι μετράνε τα ρολόγια, και καθώς υπάρχουν πολλά ρολόγια τα οποία τελικά διαφωνούν, υπάρχουν και πολλοί χρόνοι. Χωρίς έναν απόλυτο χρόνο, μπορούμε μόνο να πούμε, ότι ο χρόνος ορίζεται σχετικά με κάποιο ρολόι που επιλέγουμε να χρησιμοποιούμε.

Αυτό σαν ιδέα φαίνεται ελκυστικό, διότι δεν απαιτείται να πιστέψουμε σε κάποια απόλυτη ροή του χρόνου την οποία δεν παρατηρούμε. Μας οδηγεί όμως σε κάποιο πρόβλημα αν γνωρίζουμε έστω και λίγα από φυσική.
Ένα από τα αντικείμενα που περιγράφει η φυσική είναι η κίνηση, και δεν μπορούμε να συλλάβουμε την έννοια της κίνησης χωρίς το χρόνο. Έτσι η έννοια του χρόνου είναι βασική για τη φυσική. Ας θεωρήσουμε τον πιο απλό νόμο κίνησης που ανακαλύφθηκε από τον Γαλιλαίο και τον Καρτέσιο και τυποποιήθηκε από τον Νεύτωνα. Ένα σώμα στο οποίο δεν δρα καμιά δύναμη, κινείται σε ευθεία γραμμή με σταθερή ταχύτητα. Ας μην απασχοληθούμε εδώ με το τι είναι η ευθεία γραμμή, (αυτό είναι το πρόβλημα του χώρου, το οποίο είναι τελείως ανάλογο με το πρόβλημα του χρόνου, αλλά δεν θα το θίξω εδώ.) Για να καταλάβουμε τι λέει αυτός ο νόμος, χρειάζεται να ξέρουμε τι σημαίνει να κινείσαι με σταθερή ταχύτητα. Η έννοια αυτή απαιτεί την έννοια του χρόνου, καθώς κάτι κινείται με σταθερή ταχύτητα όταν διανύει ίσα διαστήματα σε ίσους χρόνους.

Μπορούμε τότε ν' αναρωτηθούμε: Ως προς ποιο χρόνο είναι η κίνηση σταθερή; Πρόκειται για τον χρόνο κάποιου ιδιαίτερου ρολογιού; Αν ναι πως θα ξέρουμε ποιο ρολόι να διαλέξουμε, αφού όπως παρατηρήσαμε λίγο πριν, όλα τα πραγματικά ρολόγια βαθμιαία θα αποσυγχρονιστούν το ένα με το άλλο. Ή μήπως ο νόμος αναφέρεται σε έναν ιδανικό απόλυτο χρόνο;
Ας υποθέσουμε ότι υιοθετούμε την άποψη πως ο νόμος αναφέρεται σ' έναν ιδανικό απόλυτο χρόνο. Αυτό λύνει το πρόβλημα της επιλογής ρολογιού, αλλά θέτει άλλο πρόβλημα αφού κανένα ρολόι δεν μετράει αυτόν τον φανταστικό, ιδεατό χρόνο. Πως θα μπορούσαμε να είμαστε στ' αλήθεια σίγουροι ότι η διατύπωση του νόμου αυτού είναι σωστή, αν δεν έχουμε πρόσβαση σ' αυτόν τον απόλυτο ιδεατό χρόνο; Πως θα μπορούσαμε να διακρίνουμε αν κάποια φαινομενική επιτάχυνση ή επιβράδυνση ενός σώματος οφείλεται στην αποτυχία του νόμου, η απλώς στην ατέλεια του ρολογιού που χρησιμοποιούμε;

Ο Νεύτωνας όταν διατύπωσε τους νόμους της κίνησης, διάλεξε να λύσει το πρόβλημα της επιλογής ρολογιού, δεχόμενος την ύπαρξη ενός απόλυτου χρόνου. Κάνοντας κάτι τέτοιο βρέθηκε αντίθετος με την άποψη άλλων συγχρόνων του, όπως ο Descartes και ο Gottfried Leibniz, οι οποίοι πρέσβευαν ότι ο χρόνος είναι μόνο μια όψη των σχέσεων μεταξύ των πραγματικών αντικειμένων και των πραγματικών διαδικασιών στον Κόσμο. Ίσως η δική τους να είναι η καλύτερη φιλοσοφία, αλλά καθώς ο Νεύτωνας ήταν η αυθεντία του καιρού του, επικράτησε η άποψή του. Ο Albert Einstein, ο οποίος κατέρριψε την άποψη του Νεύτωνα για τον χρόνο, επαινούσε το θάρρος και την κρίση του Νεύτωνα να πάει κόντρα σ' αυτό που ήταν ξεκάθαρα η καλύτερη φιλοσοφική επιλογή, και έκανε τις συγκεκριμένες υποθέσεις για να επινοήσει μια φυσική που είχε νόημα.

Αυτή η διαμάχη, μεταξύ της άποψης του χρόνου ως απόλυτου και προϋπάρχοντος, και του χρόνου ως μιας αντανάκλασης των σχέσεων μεταξύ των πραγμάτων, μπορεί να δοθεί γλαφυρά με τον παρακάτω τρόπο. Φαντασθείτε ότι το Σύμπαν είναι μια σκηνή όπου ένα κουαρτέτο εγχόρδων η ένα γκρουπ της τζαζ πρόκειται να παίξει. Η σκηνή και η αίθουσα είναι προς το παρόν άδεια, αλλά εμείς ακούμε ένα τικ-τακ, σαν κάποιος να έχει ξεχάσει μετά την τελευταία δοκιμή, να κλείσει ένα μετρονόμο, που βρίσκεται σε μια γωνιά του κοίλου της ορχήστρας. Ο μετρονόμος που χτυπάει στην άδεια αίθουσα είναι το αντίστοιχο του φανταστικού απόλυτου χρόνου του Νεύτωνα, ο οποίος προχωράει αιώνια με σταθερό ρυθμό, πριν και ανεξάρτητα από καθετί που υπάρχει πραγματικά η συμβαίνει στο Σύμπαν. Οι μουσικοί εισέρχονται, το Σύμπαν ξαφνικά δεν είναι άδειο αλλά μπαίνει σε κίνηση, και αρχίζουν να παίζουν υφαίνοντας ο καθένας τη δική του ρυθμική τέχνη. Τώρα ο χρόνος που εισέρχεται στη μουσική τους δεν είναι ο απόλυτος προϋπάρχων χρόνος του μετρονόμου. Είναι ένας σχετικός χρόνος βασισμένος στην ανάπτυξη πραγματικών σχέσεων μεταξύ των μουσικών φράσεων. Το ξέρουμε ότι είναι έτσι επειδή οι μουσικοί δεν ακούνε το μετρονόμο. Ακούνε ο ένας τον άλλο, και ανάμεσα στις μουσικές εναλλαγές τους, παράγουν ένα χρόνο στη συγκεκριμένη θέση και στην παρούσα στιγμή μέσα στο Σύμπαν.

Όμως πάντα ο μετρονόμος βρίσκεται στη γωνιά του και χτυπάει χωρίς ν' ακούγεται από τους μουσικούς. Για τον Νεύτωνα ο χρόνος των μουσικών, ο σχετικός χρόνος δεν είναι παρά μια σκιά του πραγματικού, απόλυτου χρόνου του μετρονόμου. Κάθε ρυθμός που ακούγεται, όπως και ο χτύπος κάθε πραγματικού φυσικού ρολογιού, ακολουθεί ατελώς τον πραγματικό, απόλυτο χρόνο. Από την άλλη πλευρά, για τον Leibniz και άλλους φιλοσόφους, ο μετρονόμος είναι μια φαντασία που μας τυφλώνει μπροστά σ' αυτό που συμβαίνει πραγματικά. Ο μόνος χρόνος είναι αυτός που υφαίνουν οι μουσικοί με την μουσική τους.

Η διαμάχη μεταξύ απόλυτου και σχετικού χρόνου αντανακλά την ιστορία της φυσικής και φιλοσοφίας και ορθώνεται μπροστά μας στις μέρες μας, καθώς προσπαθούμε να καταλάβουμε ποια έννοια του χώρου και του χρόνου πρόκειται ν' αντικαταστήσει αυτήν του Νεύτωνα. Αν δεν υπάρχει απόλυτος χρόνος, τότε οι νόμοι της κίνησης του Νεύτωνα δεν έχουν νόημα. Αυτό που πρέπει να τους αντικαταστήσει πρέπει να είναι ένα διαφορετικό είδος χρόνου που να έχει νόημα όταν κανείς μετράει τον χρόνο με οποιοδήποτε ρολόι. Αυτό που μας χρειάζεται είναι ένας "δημοκρατικός" μάλλον χρόνος, παρά ένας "αριστοκρατικός" χρόνος, σύμφωνα με τον οποίο η ένδειξη οποιουδήποτε ρολογιού όσο ατελής και αν είναι, είναι ισότιμη με οποιουδήποτε άλλου.

Ο Leibniz βέβαια δεν μπόρεσε ποτέ να επινοήσει ένα τέτοιο νόμο. Ο Einstein όμως μπόρεσε και πρόκειται για μια από τις μεγάλες επιτυχίες της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας, ότι βρέθηκε ένας τρόπος να εκφράσουμε τους νόμους κίνησης κατά τρόπο ώστε να έχουν νόημα οποιοδήποτε ρολόι και αν χρησιμοποιήσει κανείς. Κατά παράδοξο τρόπο αυτό γίνεται με την απαλοιφή κάθε αναφοράς στο χρόνο μέσα στις βασικές εξισώσεις της θεωρίας. Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για τον χρόνο γενικά και αφηρημένα. Μπορούμε μόνο να περιγράφουμε πως αλλάζει το Σύμπαν με τον χρόνο αν όμως πούμε πρώτα στη θεωρία, ακριβώς ποιές πραγματικές φυσικές διαδικασίες θα χρησιμοποιηθούν ως ρολόγια για να μετρούν το πέρασμα του χρόνου.

Αν είναι έτσι λοιπόν τα πράγματα, γιατί λέω πως δεν γνωρίζω τι είναι πραγματικά ο χρόνος; Το πρόβλημα είναι ότι η Γενική Σχετικότητα είναι μόνο η μισή επανάσταση της φυσικής του 20ου αιώνα, γιατί υπάρχει επίσης και η κβαντική θεωρία. Και η κβαντική θεωρία που αναπτύχθηκε αρχικά για να εξηγήσει τις ιδιότητες των ατόμων και των μορίων, χρησιμοποιεί την σύμβαση του Νεύτωνα για έναν απόλυτο χρόνο.
Έτσι στη θεωρητική φυσική έχουμε επί του παρόντος, όχι μία αλλά δύο θεωρίες. Την Σχετικότητα και την Κβαντομηχανική, και αυτές βασίζονται σε διαφορετικές συμβάσεις για τον χρόνο.

Το κεντρικό πρόβλημα της θεωρητικής φυσικής επί του παρόντος είναι να συνδυάσει την Γενική Σχετικότητα και την Κβαντομηχανική σε μια ενιαία θεωρία της φυσικής, η οποία να μπορεί τελικά ν' αντικαταστήσει τη Νευτώνεια θεωρία που ξεπεράστηκε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Και πράγματι το εμπόδιο κλειδί για να το πετύχουμε αυτό είναι ότι οι δύο θεωρίες περιγράφουν τον Κόσμο με διαφορετικές σημασίες του χρόνου. Αν κάποιος δεν θέλει να πάει πίσω και να στηρίξει αυτή την ενοποίηση στην παλιά Νευτώνεια σημασία του χρόνου, είναι καθαρό ότι πρέπει να φέρουμε την αντίληψη του Leibniz για τον χρόνο μέσα στην κβαντική θεωρία. Κάτι τέτοιο δεν είναι ατυχώς και τόσο εύκολο.

Το πρόβλημα είναι ότι η κβαντική μηχανική επιτρέπει πολλές διαφορετικές και φαινομενικά αντιφατικές καταστάσεις να υπάρχουν συγχρόνως, όσο αυτές υπάρχουν σ' ένα είδος "σκιάς" δηλαδή "δυνάμει πραγματικότητας". (Για να το εξηγήσω αυτό θα έπρεπε να γράψω άλλη μια πραγματεία μεγέθους όπως η παρούσα πάνω στην κβαντική θεωρία). Αυτό εφαρμόζεται επίσης και στα ρολόγια, κατά τον ίδιο τρόπο που η γνωστή γάτα του Schrodinger της κβαντικής θεωρίας, μπορεί να υπάρχει σε μια κατάσταση ώστε να είναι συγχρόνως δυνάμει νεκρή και δυνάμει ζωντανή. Παρόμοια ένα ρολόι μπορεί να υπάρχει σε μια κατάσταση στην οποία αυτό δουλεύει με τον συνηθισμένο τρόπο αλλά συγχρόνως τρέχει και προς τα πίσω. Έτσι αν υπήρχε μια κβαντική θεωρία του χρόνου θα είχε να κάνει όχι μόνο με την ελευθερία επιλογής διαφορετικών φυσικών ρολογιών για να μετρούν το χρόνο, αλλά και με τη σύγχρονη παρουσία, τουλάχιστον δυνητικά, πολλών διαφορετικών ρολογιών. Το πρώτο, το μάθαμε από τον Einstein πως να το κάνουμε. Το δεύτερο έχει μέχρι τώρα αποδειχθεί ότι βρίσκεται πέρα από τη φαντασία μας.

Έτσι το πρόβλημα τι είναι ο χρόνος παραμένει άλυτο. Αλλά πρόκειται για κάτι ακόμα χειρότερο, αφού η σχετικότητα φαίνεται να απαιτεί άλλες μεταβολές στη σύλληψη του χρόνου. Μια από αυτές αφορά την εισαγωγική μου ερώτηση, αν ο χρόνος μπορεί ν' αρχίζει ή να τελειώνει ή αν ρέει αιώνια. Η Σχετικότητα πάντως είναι μια θεωρία στην οποία ο χρόνος μπορεί ν' αρχίζει και να σταματάει. Μια περίσταση στην οποία συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας. Μια μαύρη τρύπα είναι το αποτέλεσμα της κατάρρευσης ενός άστρου μεγάλης μάζας, όταν πια έχουν τελειώσει όλα τα πυρηνικά καύσιμά του και παύει να παράγει ενέργεια ως άστρο. Άπαξ και δεν παράγει πια θερμότητα, τίποτα δεν μπορεί να συγκρατήσει ένα άστρο μεγάλης μάζας από την κατάρρευση που προκαλεί η ίδια η βαρυτική έλξη του άστρου. Αυτή η διαδικασία αυτοτροφοδοτείται, διότι νόσο πιο μικρό γίνεται το άστρο τόσο πιο ισχυρή είναι η δύναμη με την οποία έλκονται μεταξύ τους τα μέρη του. Μια συνέπεια αυτού είναι ότι φθάνει σ' ένα σημείο στο οποίο για να διαφύγει κάτι από τη βαρυτική έλξη του άστρου πρέπει να κινείται ταχύτερα από το φως. Επειδή λοιπόν τίποτα δεν κινείται ταχύτερα από το φως, τίποτα δεν μπορεί να διαφύγει. Αυτός είναι και ο λόγος που το αποκαλούμε μαύρη τρύπα, γιατί ούτε ακόμα και το φως δεν μπορεί να διαφύγει απ' αυτό.

Παρόλα αυτά, ας αφήσουμε αυτό το θέμα και ας δούμε τι συμβαίνει στο ίδιο το άστρο. Μόλις γίνει αόρατο σε μας, χρειάζεται ακόμα λίγο χρόνο για να συμπιεστεί το άστρο στο σημείο όπου απειρίζεται η πυκνότητά του και απειρίζεται επίσης και το βαρυτικό του πεδίο. Το πρόβλημα είναι, τι συμβαίνει στη συνέχεια; Αλλά τι σημαίνει στ' αλήθεια η φράση: "στη συνέχεια"; Αν ο χρόνος αποκτά σημασία μόνο με την κίνηση των φυσικών ρολογιών, τότε πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο χρόνος σταματάει στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας. Διότι όταν το άστρο φτάσει την κατάσταση της άπειρης πυκνότητας και άπειρου βαρυτικού πεδίου, καμιά περαιτέρω μεταβολή δεν μπορεί να συμβεί, και καμιά φυσική διεργασία δεν μπορεί να συνεχιστεί, που να δίνει νόημα στον χρόνο. Έτσι η θεωρία απλά επιβεβαιώνει ότι ο χρόνος σταματάει.

Το πρόβλημα είναι στην πραγματικότητα χειρότερο απ' αυτό, διότι η Γενική Σχετικότητα επιτρέπει σε ολόκληρο το Σύμπαν να καταρρεύσει σαν μαύρη τρύπα. Στην περίπτωση αυτή ο χρόνος σταματάει παντού. Μπορεί επίσης να επιτρέψει στον χρόνο να ξεκινήσει. Στην πραγματικότητα έτσι εννοούμε το Big Bang, την πιο δημοφιλή σημερινή θεωρία για την προέλευση του Σύμπαντος.
Ίσως το κεντρικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε όλοι εμείς που προσπαθούμε να συνδυάσουμε την Σχετικότητα με την Κβαντομηχανική να είναι: τι συμβαίνει στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας; Αν ο χρόνος πραγματικά σταματάει εκεί, τότε πραγματικά πρέπει να σκεφτούμε ότι ο χρόνος σταματάει παντού στο Σύμπαν όταν αυτό καταρρεύσει. Απεναντίας αν δεν σταματάει, τότε πρέπει να σκεφτούμε έναν ολόκληρο αέναο κόσμο, στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας, ο οποίος βρίσκεται για πάντα έξω από την όρασή μας. Επιπλέον αυτό δεν είναι ένα θεωρητικό πρόβλημα, διότι μια μαύρη τρύπα σχηματίζεται κάθε φορά που ένα αστέρι μεγάλης μάζας φτάνει στο τέλος της ζωής του και καταρρέει. Το μυστήριο αυτό λοιπόν συμβαίνει κάπου στο αχανές Σύμπαν που παρατηρούμε, ίσως και 100 φορές το δευτερόλεπτο.

Τι είναι λοιπόν ο χρόνος; Είναι το μεγαλύτερο μυστήριο; Όχι, το μεγαλύτερο μυστήριο πρέπει να είναι, ότι ο καθένας μας είναι εδώ για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, και αυτό που το Σύμπαν μας επιτρέπει στο πλαίσιο της ύπαρξής μας είνα;ι να θέτουμε τέτοιες ερωτήσεις. Και να μεταβιβάζουμε από παιδική ηλικία σε παιδική ηλικία τη χαρά της αναζήτησης, της ερώτησης και της μεταβίβασης της γνώσης για το τι ξέρουμε και τι δεν ξέρουμε.

πηγή : physics4u.gr




*Ο Lee Smolin (1955) είναι Αμερικανός θεωρητικός φυσικός , μέλος της ΔΕΠ στοΠεριφερειακό Ινστιτούτο Θεωρητικής Φυσικής , καθηγητής φυσικής στο Πανεπιστήμιο του Waterloo και μέλος της μεταπτυχιακή σχολής του τμήματος Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Τορόντο .

Ο Smolin είναι γνωστός για το βιβλίο του The Trouble with Physics , ένα δημοφιλές επιστημονικό βιβλίο που έγινε διάσημο επικρίνοντας ανοιχτά τη θεωρία χορδών ως βιώσιμη επιστημονική θεωρία. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνουν την κβαντική βαρύτητα , την κβαντική βαρύτητα Loop , την κοσμολογία , τη θεωρία των στοιχειωδών σωματιδίων , τα θεμέλια της κβαντικής μηχανικής και τη θεωρητική βιολογία .

Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

_το πρόβλημα είναι στο "πανομοιότυπο"

Η μαζική κατάθεση των 106 πανομοιότυπων φοιτητικών εργασιών  σε ένα τμήμα του Πανεπιστήμιου της Πάτρας, πήρε το μερίδιο της δημοσιότητας που αναλογεί σε κάθε σκάνδαλο κι έγινε αφορμή αντεγκλήσεων στο  επίπεδο της πολιτικής επικαιρότητας. Σε λίγες μέρες όμως, το γεγονός θα ξεχαστεί κι όλα θα συνεχίσουν... πανομοιότυπα, δηλαδή άθλια...

Η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από το αν θα έπρεπε να επιβληθεί από τις πρυτανικές αρχές η ποινή του αποκλεισμού από τις εξετάσεις του Σεπτεμβρίου στους 106 παραβάτες φοιτητές ή κάποια ελαφρύτερη...Είχαμε έτσι την ευκαιρία να  παρακολουθήσουμε  το ελεεινό παζάρι  ("συνδικαλισμό" το λέμε) που επέβαλε η πολιτική νεολαία της ΝΔ στο Πανεπιστήμιο, προς υπεράσπιση των συμφερόντων της εκλογικής της πελατείας, το οποίο παζάρι με την σειρά του δημιουργεί την πελατεία. Όλοι, εθισμένοι καθώς είναι στο να τους εκπροσωπούν, όταν κάποτε τους δίνεται ο λόγος με την μορφή ενός μικροφώνου που χώνεται στα μούτρα τους για τις ανάγκες του ρεπορτάζ του δελτίου των 9.00, λένε όσα τους έχουν επιβληθεί να πουν.... σκέφτονται έως εκεί που τους έχουν πει ότι σταματάει η σκέψη... και δεν θέτουν ποτέ τα δικά τους ερωτήματα... ερωτήματα που επειδή κάποιοι θα βιάζονταν να τα ονομάσουν "αστεία" είναι καλύτερα να μην τίθενται ποτέ.


Το πρόβλημα λοιπόν με τα 106 πανομοιότυπα γραπτά δεν ήταν ότι παραβιάστηκε η ακαδημαϊκή τάξη και ορθοφροσύνη.... ούτε αν η ποινή θα ήταν αυτή που επιβλήθηκε ή κάποια άλλη.
Ποιό ήταν το πρόβλημα;
Το πρόβλημα ήταν και είναι και θα είναι στο "πανομοιότυπο"....

Πάνω σ' αυτό θα άξιζε να αναλώσουν την σκέψη τους οι ακαδημαϊκοί, όσοι θέλουν να ασκούν πολιτική αλλά και όλοι εμείς.... θα ήταν γονιμότερο τόσο για την πολιτική όσο και την εκπαιδευτική αυτογνωσία μας.
Στο "πανομοιότυπο" είναι το πρόβλημα... διότι αν κάτι ήθελαν να προστατεύσουν τα νομο-κανονιστικά πλαίσια που διέπουν την ακαδημαϊκή εργασία αυτό δεν είναι άλλο από τη νεωτερική ιδέα της πρωτοτυπίας η οποία με τον καλύτερο τρόπο, υποτίθεται ότι θα θεραπευόταν μέσα στον πανεπιστημιακό θεσμό. Οπότε κάθε τέτοιο "σκάνδαλο", δεν μας "σκανδαλίζει" ως παράβαση των τύπων και των κανόνων, αλλά ως άλλη μια αμφισβήτηση των θεμελίων του νεωτερικού οικοδομήματος... σημαίνει την άρνηση του εαυτού πάνω στον οποίο τόσα πολλά επενδύθηκαν... Το θέμα είναι, πώς και για ποιό λόγο φτάνει κανείς σε αυτή την άρνηση;
Αλλά παύω πιά να αναλύω τα θέματα της επικαιρότητας, καθώς έχω πειστεί ότι καμία ανάλυση δεν είναι αρκετή για να σταματήσει αυτή την ορμή της "αιγυπτιοποίησης" που έχουν πάρει τα πράγματα.

Ας σκεφτεί ο καθένας με τις δυνάμεις του... ίσως αυτό να είναι πιο ωφέλιμο και να απαντάει τελικά καλύτερα στο πρόβλημα του "πανομοιότυπου"....







Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

_Σταύρος Ξαρχάκος : Τα κόκκινα φανάρια


Εποχές δόξας.
Εποχές που η τέχνη ήταν πρόσφορη και αναστοχαστική.
Το βίντεο δεν είναι καλό, τραβηγμένο σε κάποιο κέντρο... Αλλά τι πειράζει; Γιατί να ενοχληθεί η high definision όρασή μας;
Το θέμα μας είναι άλλο.
Το θέμα μας είναι οι άνθρωποι πίσω από αυτά που βλέπουμε και ακούμε.
Ο Ξαρχάκος στην προκειμένη περίπτωση, που λειτουργεί σε ένα ενδιάμεσο επίπεδο χειρούργου και μύστη.... Η απόλυτη συγκέντρωση και η επαφή με την μουσική που είναι σα να έχει άπειρα κι αόρατα νήματα και σκοινάκια κι άλλα τα τραβάει κι άλλα τα χαλαρώνει και άλλα τα τυλίγει. Η μουσική αποκτά έτσι χειρουργικώ τω τρόπω, το σώμα της, την εφήμερη υλικότητά της και παλεύει μαζί του.... Γράφει την μουσική για "Τα κόκκινα φανάρια" σε ηλικία 23 ετών.
Ο Ξαρχάκος ένας συνθέτης που αποσύρθηκε νωρίς.... έγραψε την εποχή που έγραφαν τα τέρατα μουσικές, κι ήταν όπως κι ο Χατζηδάκης, ένας απαιτητικός εραστής. Σχολαστικός, προσεκτικός, ευγενικός και σκληρός μαζί της. Ένα άλλο επίπεδο παρ-εύρεσης... (μετά το 10' γίνεται εκρηκτικός).

Μια μελωδία ισάξια των μεγάλων ευρωπαϊκών κινηματογραφικών μελωδιών ενός Νίνο Ρότα...

Στο μεγάλο δικαστήριο του Μέλλοντος, ίσως η Τέχνη να είναι ένα από αυτά τα πράγματα που θα σταθούν με παρρησία και θα υπερασπιστούν την "κακόμοιρη ανθρωπότητα".


[Η ταινία "Τα κόκκινα φανάρια" γυρίστηκε το 1963 και πήρε το 3ο βραβείο Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας, ανάμεσα σε 92 ταινίες και είναι από τις εμβληματικές του ελληνικού κινηματογράφου... Οι ερμηνείες μιας πλειάδας μεγάλων Ελλήνων ηθοποιών είναι συγκλονιστικές και η ιστορία παρακολουθώντας την ζωή πέντε εκδιδόμενων γυναικών, αντικατοπτρίζει τον τρυφερό και σκληρό κόσμο του περιθωρίου καθώς  η πόλη αλλάζει.
Προσωπικά με συγκινεί βαθιά, η σκηνή με το ζευγάρι των δύο ηλικιωμένων απόκληρων, της καθαρίστριας  του μπουρδέλου (Ηρώ Κυριακάκη) και του αγαπημένου της ρακοσυλλέκτη (Νότης Περγιάλης), που ονειρεύονται να κτίσουν το σπίτι τους με τους τενεκέδες και τους μουσαμάδες που μαζεύουν στο άγονο πέτρινο τοπίο του Περάματος και την ρωτάει εκείνος : "Όμορφη δεν είναι η ζωή Κατερίνα;" Και κείνη, που του φυλάει πάντα κάτι για να τον φιλέψει, κανένα τσιγάρο που ξέχασαν οι μεθυσμένοι ναύτες, λίγο ψωμί που περίσσεψε, μια σοκολάτα...του απαντάει με μια απέραντη απαντοχή, γαλήνη και στοργή, καρφώνοντας τα μάτια της απέναντι σε ένα σημείο αδιόρατο... "Καλή είναι"...]


_Primo Levi: τρία ποιήματα



 


Η δημοσίευση αυτή ανέβηκε πριν λίγες μέρες στο “Για την φωτογραφία, την κριτική, τα μικρά και τα μεγάλα”

Ο Primo Levi γεννήθηκε τὸ 1919. Ἦταν Ἰταλοεβραῖος συγγραφέας καὶ ποιητής. Τὸ 1943 φυλακίστηκε στὸ στρατόπεδο συγκέντρωσης τοῦ Ἄουσβιτς. Τὶς ἐμπειρίες του ἀπὸ τὴ ζωὴ στὸ Ἄουσβιτς τὶς κατέγραψε στὸ δημοφιλέστερο ἔργο του, τὸ Ἐάν αὐτὸ εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Πέθανε αὐτοκτονώντας τὸ 1987.

ΚΑΤΑΠΛΟΥΣ (ή Η ΑΠΟΒΙΒΑΣΗ)
Χαρούμενος ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔπιασε λιμάνι
Ποὺ ἀφήνει πίσω του πελάγη, τρικυμίες
Πού ̓χει τὰ ὄνειρά του ἀγέννητα ἤ, νεκρὰ
Καὶ κάθεται νὰ πιεῖ στὸ καπηλειὸ τοῦ Μπρέμα
Σιμὰ στὴν παραστιὰ κι ὁλόγιομος εἰρήνη.
Χαρούμενος ὁ ἄνθρωπος σβηστὴ φλόγα ποὺ μοιάζει
Ἄμμος ποὺ μοιάζει ποταμίσιας ὄχθης
Ποὺ τὸ φορτίο τ’ ἀπόθεσε κι ἔχει τὸ μέτωπο καθάριο
Καὶ ποὺ στῆς δημοσιᾶς τὸ χεῖλος ξαποσταίνει.
Δὲν φοβᾶται, δὲν ἐλπίζει μήτε προσδοκᾶ,
Μόνο καρφώνει τὰ μάτια
στὸν ἥλιο, ποὺ φεύγει
***
ΔΕΥΤΕΡΑ
Τί εἶναι ἀπὸ ἕνα τραῖνο θλιβερότερο;
Ποὺ φεύγει ὅταν πρέπει, ποὺ
Δὲν ἔχει παρὰ μιὰ φωνὴ μονάχα
Ποὺ δὲν ἔχει παρά, ἕναν δρόμο.
Τίποτα θλιβερότερο ἀπὸ ἕνα τραῖνο.
Ἴσως ἕνα ἄλογο ποὺ τό ̓χουνε νὰ κουβαλάει.
Δεμένο μὲ τὴ λαιμαριά του
Ἀνήμπορο ἀκόμη καὶ στὸ πλάι νὰ κοιτάξει.
Προχωρῶ, ἡ ζωή του.
Κι ἕνας ἄνθρωπος;
Ἕνας ἄνθρωπος, δὲν εἶναι θλιβερός;
Ἂν γιὰ καιρό, ζεῖ μοναχός του
Ἂν πὼς ὁ χρόνος, τέλειωσε πιστεύει
Θλιβερὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι
17 Ἰανουαρίου τοῦ 1946.
***
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΟΡΑΚΙΟΥ
«Ἀπὸ πολὺ μακριὰ εἶμαι φερμένο
Κακὰ μαντάτα γιὰ νὰ φέρω.
Πέρασα τὸ βουνὸ
Τὸ σύννεφο ἔσκισα τὸ χαμηλὸ
Καὶ σὲ στέρνες τὴν κοιλιά μου καθρέφτισα.
Πέταξα χωρὶς νὰ ξαποστάσω
Γιὰ μίλια ὁλόκληρα χωρὶς νὰ ξαποστάσω
Γιὰ νά ’βρω τὸ παράθυρό σου
Γιὰ νά ’βρω τὸ αὐτί σου
Τὸ καινούριο κακὸ νὰ σοῦ πῶ
Ποὺ τὴν χαρὰ τοῦ ὕπνου θὰ σοῦ πάρει
Ποὺ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ θὰ σοῦ τὰ μαγαρίσει
Ποὺ κάθε βράδυ στὴν καρδιὰ θὰ σοῦ θρονιάζεται».
Αἰσχρὰ τραγουδοῦσε, χορεύοντας
Πέρα ἀπ’ τὸ τζάμι, πάνω στὸ χιόνι.
Σὰν ἔπαψε, κοίταξε ὅλο μοχθηρία
Σταύρωσε μὲ τὸ ράμφος του τὸ χῶμα
Καὶ ἅπλωσε τὰ μαῦρα του φτερά.


Μετάφραση: Χρῖστος Κρεμνιώτης

Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Νέο Επίπεδο” τεύχος 41/1, Απρίλης 2014.

Πηγή :   shadesmagSeptember 14, 2017 

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

_το κακό και η αυγουστείνια παράδοση: εκτενής περίληψη και προβληματισμοί (viii)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: Θεοδικία και δυσαρέσκεια


Στον αντίποδα της "γκότθικ" απεικονιστικής διάθεσης, η νεωτερικότητα θεματοποιεί το πρόβλημα του κακού  στο τυπικό επίπεδο της θεωρίας. 
Είναι οι γνωστές θεοδικίες. Θεοδικία είναι η θεωρητική διερεύνηση του προβλήματος, πώς μπορεί να υπάρχει το κακό σ'ένα κόσμο που κυβερνάται από τον πανάγιο και πανάγαθο Θεό;

Η έννοια της θεοδικίας όμως δεν αφορά μόνο στα θρησκευτικά πλαίσια' υπάρχουν κι άλλες θέωρητικές θέσεις που εκ πρωτης όψεως δεν είναι θεϊστικές, όπως ο Μαρξισμός, στον πυρήνα των οποίων βρίσκουμε την ίδια διερώτηση. Το κλειδί για να εντοπίσουμε την συγκαλυμμένη θεοδικία,  είναι η προσπάθεια να υποστηριχθεί ότι το προτεινόμενο απ'αυτες τις θέσεις ηθικό πλαίσιο είναι τόσο ισχυρό που η ενδεχόμενη ύπαρξη του κακού δεν μπορεί να το διαταράξει.   Τέτοιες θέσεις μπορεί σχηματικά να διαφέρουν μεταξύ τους, μοιράζονται ωστόσο την ίδια υπόθεση: εγγυώνται τις ηθικές μας απαιτήσεις,  καλλιεργώντας την πίστη στην τελική επικράτηση  του καλού και του δίκαιου στον κόσμο. Έτσι κάθε σύστημα που διακηρύσσει μια "τελική λύση" ,στην πραγματικότητα διαπνέεται από το πνεύμα της θεοδικίας.

Απέναντι στο πνεύμα της "τελικής λύσης" υπάρχει ο αντίλογος ότι αυτή η υποτιθέμενη "λύση" καθόλου δεν μας βοηθάει στο να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα με τα οποία βρισκόμαστε σε μια συνεχή αναμέτρηση, αλλά μάλλον κάνει πιο συμπαγή και αδιατάρακτη την ηθική μας κοσμοαντίληψη.
Η κριτική αυτή στηρίζεται στην αποτυχία της νεωτερικότητας να θεματοποιήσει αποτελεσματικά το πρόβλημα του κακού και είναι εν πολλοίς σωστή.

Ας δούμε όμως κάπως καλύτερα αυτή την διαμάχη.
Οι κριτικοί της θεωρησιακής θεοδικίας (και με την στενή και με την ευρεία έννοια που είδαμε προηγουμένως) ισχυρίζονται ότι οι αντιλήψεις περί "τελικής λύσης", όπου όλα τα προβλήματα θα πάψουν να υπάρχουν, είναι "ψευδο-λύσεις" και δεν αποτελούν απάντηση  στο πρόβλημα του ανθρώπινου πόνου, διότι από τη μιά προωθούν την αδράνεια  μέσω της παρηγοριάς για αυτούς που υποφέρουν και από την άλλη την αναισθησία του θεατή-θεωρησιακού που απλώς παρευρίσκεται σε κάτι που δεν αφορά τον ίδιο.
Οι υπερασπιστές των παντός είδους θεοδικιών απαντούν ότι στην πραγματικότητα αυτοί που ασκούν κριτική αναισθητοποιούνται, τοποθετώντας την ταμπέλα "θεωρησιακό" σε ότι προκύπτει ως ερώτημα από την επαφή μας με την ανεξήγητη πραγματικότητα του κακού.
Όσο κι αν φαίνονται ανταγωνιστικά τα επιχειρήματα των δυο πλευρών, μοιράζονται ωστόσο μια κοινή παραδοχή της νεωτερικότητας: την διχοτομία μεταξύ θεωρίας και πράξης.
Η διχοτομία αυτή εννοεί ότι η θεωρία αφορά στην τακτοποίηση και την παγίωση των πραγμάτων κι όταν αυτά δεν συμμορφώνονται με τα θεωρητικά μας πλαίσια, έρχεται η πράξη ή η πρακτικότητα για να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα των πραγμάτων της ζωής.
Αυτή όμως η διαμάχη εκφράζει μια κεντρική και αξεπέραστη αντινομία της νεωτερικής σκέψης και για να πάμε πέρα απ'αυτήν χρειάζεται να υπερβούμε τις υποθέσεις στις οποίες στηρίχθηκε.

Εκτός από τον χώρο της φιλοσοφίας, η λογοτεχνία είναι επίσης ένα πεδίο όπου μπορούμε να δούμε
Ο Mark Endmundson είναι καθηγητής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο
της Βιρτζίνια με ειδίκευση στην λογοτεχνία και ποίηση του 19ου αι.
και τον Ρομαντισμό. Έχει συγγράψει πλήθος βιβλίων. 
να εκτυλίσσεται μια παρόμοια διαμάχη.  Σύμφωνα με τον Μαρκ Εντμουντσον (Mark Endmundson, 1952),  τo κίνημα του "μοντερνισμού" στην λογοτεχνία εναντιώθηκε στον Ρομαντισμό και κατανοήθηκε ως μια προσπάθεια διανοητικής φυγής από τις περιπλεγμένες και ψυχικά φορτισμένες δυνάμεις   τις οποίες ο Ρομαντισμός μάλλον απολάμβανε  παρά διερωτήθηκε γι' αυτές.  Οι μοντερνιστές, όπως ο Τ. S. Eliot κατάφεραν  να καταστρέψουν την "ψυχή" στην προσπάθειά τους να την σώσουν , διότι πολεμώντας και αρνούμενοι εντελώς το Γκότθικ στοιχείο, και ιδιαίτερα τα βρώμικα πάθη,  οι διανοητικές φόρμες τους, αποστειρώθηκαν και στερήθηκαν ένα μεγάλο φάσμα της ανθρώπινης εμπειρίας.
Νightmare on Main Street,
Harvard University Press, 1997
Οι μοντερνιστές αποκόπηκαν από την παρουσία των σκοτεινών παθών, υποκρινόμενοι ότι αυτά τα πάθη δεν υπάρχουν,  έτσι όμως δεν είχαν καμιά ελπίδα να τα εκφράσουν. (Endmundson, 1997)

Η κριτική του Εντμουντσον στον "μοντερνισμό" είναι παρόμοια με αυτή που ασκείται στην θεωρησιακή θεοδικία. Αυτή η κριτική εστιάζει στο ότι όλες οι προσπάθειες που ως στόχο έχουν να δώσουν μια μορφή (εξήγηση) στην δυσκολία που έχουμε με το κακό, μόνο εν μέρει κατανοούν ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για την περιπλοκότητα πολλών θεμάτων.
Σκεφτόμενοι, αναγκασμένοι από την γραμματική της σκέψης μας, το κακό ως "πρόβλημα" οδηγούμαστε στην αναζήτηση της "λύσης" που θα το λύσει.  Δουλεύοντας, όμως με μια καρτεσιανή αναλυτική μέθοδο, θεωρούμε ότι το πρόβλημα του κακού είτε εξαφανίζεται είτε υποχωρεί, ανάγοντάς το σε ένα επίπεδο πρακτικότητας. Δουλεύοντας αφαιρετικά πάνω στις  ζωντανές εμπειρίες  της τραγικότητας, του πόνου και του κακού οι θεωρησιασκές θεοδικίες προσφέρουν δικαιολογήσεις όχι μόνο για  πίστη στον Θεό μέσα σε έναν κόσμο πνιγμένο στις συγκρούσεις και τον πόνο, αλλά και σε μας τους ίδιους για να συνεχίζουμε να αγνοούμε και να αδιαφορούμε για τις πραγματικότητες του κακού και του πόνου στον κόσμο.
Η παράδοση των θεοδικιών, αποσπούν την αγωνία και τους φόβους μας από την υλικότητα του κακού, τους αποστάζουν από το βάρος που ασκούν στις ζωές μας και τους τοποθετούν σε ένα παζλ εξηγήσεων το οποίο στην συνέχεια μας το επαναπροσφέρουν ως λύση για αυτούς τους φόβους και τις αγωνίες μας. Όταν όμως εμείς οι ίδιοι και οι άνθρωποι γύρω μας ερχόμαστε αντιμέτωποι με τον πόνο ανακαλύπτουμε ότι οι "λύσεις" είναι θεμελιωδώς θεωρητικές και δεν μπορούν να μας βοηθήσουν σε τίποτα στην πραγματικότητα της ζωής και των αναγκών μας.

Κάποιοι κριτικοί των θεοδικιών πάνε ακόμα πιο πέρα την κριτική τους. Οι θεοδικίες λένε όχι μόνο αποδεικνύονται ανεπαρκείς στην απάντηση του κακού, αλλά στην πραγματικότητα είναι ανήθικες. Διότι ασκώντας την θεωρητικοποίηση εφαρμόζουν πάνω στην ζώσα πραγματικότητα του ανθρώπινου πόνου μια επιστημονική λογική, η οποία αντιμετωπίζει όλες τις δυσκολίες με αφαίρεση από το συμπαγές πρωτογενές επίπεδο της πραγματικότητας που τις συναντάμε. Οι θεοδικίες αντιμετωπίζουν το πρόβλημα του κακού όπως οι μηχανικοί το πρόβλημα του κτισίματος μιας γέφυρας, ως ένα πρόβλημα τεχνολογικής φύσης, που μπορεί να γίνει κατανοητό μέσα από θεωρητικούς αλγορίθμους, που διέπεται από τον ανυλικό, κλινικό, ψύχραιμο μαθηματικοποιημένο λόγο. Πολύ μακριά από το μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε και να αντιμετωπίσουμε το κακό οι θεοδικίες στην πραγματικότητα συσκοτίζουν την αναζήτηση μιας γνήσιας απάντησης.



(Συνεχίζεται...)





(Η παρούσα ανάρτηση αποτελεί συνέχεια της ομώνυμης θεματικής, βασίζεται στο βιβλίο του Ch. Mathewes, Evil and the augustinian tradition, ed. Cambridge University Press, 2001 και προτείνουμε για την αρτιότητα της ανάγνωσης το διαβασμα των προηγούμενων αναρτήσεων στην κατηγορία Φιλοσοφικές Μελέτες)